Τα βιβλία…

Posted by


Πριν λίγες μέρες πέρασα έξω απο την παλιά δανειστική βιβλιοθήκη στην γειτονιά που μεγάλωσα. Το κτήριο, εμφανώς καταπονημένο απο το χρόνο και την εγκατάλειψη, δεν θυμιζε σε τιποτα βιβλιοθήκη. Μόνο η σκουριασμένη επιγραφη είχε απομείνει, με τα μισα γράμματα , κάποτε χρωματιασμένα έντονο μπλε, να ξεθωριάζουν τώρα στον ήλιο.

Τα εγκαταλελειμμένα κτήρια διατηρούν μια παράξενη γοητεία. Είναι ίσως το γεγονός ότι η ιστορία τους έχει ξεχαστεί και όπως οι άνθρωποι που φέυγουν, έτσι και αυτα καταδικάζονται στην λήθη. Αυτό που ήταν η βιβλιοθήκη, οι άνθρωποι που της έδιναν ζωή, είχε πια χαθεί και εμειναν μόνο τα φθαρμένα μάρμαρα της εισόδου να θυμίζουν τις πατημασιές των αναγνωστών που κάποτε διάβηκαν το κατώφλι της.

Έμεινα να κοιτάζω την βιβλιοθήκη για ώρα. Αναρωτήθηκα τι να έγιναν όλα εκείνα τα βιβλία που έκρυβε μέσα της. Θυμήθηκα τα σιδερένια της ράφια που στα παιδικά μου μάτια έμοιαζαν μαγικά, γιατί άνοιγαν την πόρτα σε έναν κόσμο γεμάτο θαύματα, έναν κόσμο που μπορούσα έστω και για λίγο να βρω γαλήνη, φίλους και αποδοχή.

Εναν κόσμο που γινόταν δικός μου και κανείς δεν θα μου τον έπαιρνε.

Οταν κοιτάω πίσω τα χρόνια μου, σκέφτομαι ότι στα βιβλία χρωστάω τα πάντα. Για να είμαι ειλικρινής τα βιβλία μου έσωσαν την ζωή.

Μεγαλώνοντας σε μια λαική συνοικία της Αθήνας η σχέση με τα βιβλία δεν ήταν δεδομένη. Στο σχολείο οι διακρίσεις ήταν έντονες. Κάποια παιδιά, πιο κοινωνικά, πιο εξωστρεφή με γονείς που είχαν καλύτερες δουλειές και χρήματα, κέρδιζαν τις καρδιές και την αποδοχή των δασκάλων, τα υπόλοιπα ήταν απλά ανύπαρκτα.

Εαν μάλιστα ήσουν και εντελώς αδέξιος κοινωνικά και με δυσκολίες να εκφραστείς όπως ήμουν εγω, δεν είχες καμιά ελπίδα.

Στα παιδικά μου χρόνια έμαθα να γίνομαι αόρατη. Να κρύβομαι όχι μόνο ως φυσική παρουσία αλλά κυρίως να κρύβω τι σκέφτομαι, τι θέλω και τι νιώθω. Στα διαλείμματα έτρεχα να βρω καταφύγιο στην πίσω αυλή, κάτω απο ένα μεγάλο δέντρο ώστε τα αδιάκριτα μάτια των δασκάλων και των συμμαθητών να μην με βρουν. Να μην καταλάβει κανείς ότι δεν είχα φίλους, να μη μαντέψει κανείς τι σκέφτομαι και τι νιώθω. Ετρεχα να κρυφτώ απο την απόρριψη χωρίς να συνειδητοποιώ τότε ότι πρώτη απο όλους απέρριπτα εγω τον εαυτό μου.

Κρατούσα το στόμα μου ερμητικά κλειστό, προσπαθούσα να μαντέψω τι ήθελαν οι άλλοι απο μένα και όταν κάθε προσπάθεια να βρω ένα αντιστάθμισμα πήγε χαμένη αποφάσισα ότι έφταιγα έγω για όλα.

Θυμάμαι ήταν Πάσχα όταν ήρθε να μας επισκεφθεί ενας μακρινός ξάδερφος. Για μένα ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Στο σπίτι είχαμε σπάνια επισκέψεις, δεν επιτρεπόταν να έρθουν φίλοι –κάτι που δεν με επηρρέαζε άμεσα αφου έτσι και αλλιώς φίλους δεν είχα- δεν πηγαίναμε ούτε εμείς πουθενά και περνούσα τον χρόνο μου καθισμένη στα σκαλιά της ταράτσας να κοιτάω τους περαστικούς.

Ο ξάδερφος μας έφερε δώρα και, ανυπόμονη, άνοιξα το δικό μου. Δεν ήταν παιχνίδι όπως ήλπιζα αλλά βιβλίο. Απογοητεύτηκα λίγο αλλά δεν είπα κάτι. Εκείνος με εβαλε να υποσχεθώ ότι θα το διαβάσω και μόλις το τελιώσω θα μου φέρει και άλλα.

Μόλις γύρισα απο το σχολείο και αφου ξεμπέρδεψα με ότι είχα να κάνω, ξεκίνησα το διάβασμα. Το πρώτο μου εξωσχολικό βιβλίο ήταν Τα παιδικά χρόνια του Μαξιμ Γκόργκυ. Και όμως ναι, μπήκα απευθείας στα βαθιά, ήμουν 10-11 χρονών και κρατούσα στα χέρια μου έναν απο τους μεγαλύτερους και βαθιά πολιτικοπιημένους Ρώσους συγγραφείς του 20ουαιώνα.

Ρούφηξα το βιβλίο σαν καθαρό νερό. Ταξίδεψα μαζί με τον συγγραφέα του στις στέππες και στα χωριά της Ρωσίας, ένιωσα τον πόνο του, την απόρριψη, ταυτίστηκα με τον αγώνα του. Δάκρυσα όταν ανακάλυψα ότι το επίθετο του, Γκοργκυ, σημαίνει στα ρώσικα πικρός και αναφερόταν στα πικρά του παιδικά και νεανικά χρόνια.

Το ταξίδι αυτό συνεχίστηκε στην μικρή βιβλίοθήκη του Δήμου. Εμπαινα στο κτήριο με αγωνία. Στα ράφια εκατοντάδες βιβλια, παλιά και ταλαιπωρημένα αλλα ένας ανεξαντλητος θησαυρός που μπορούσες να αγγίξεις ακόμα και αν δεν είχες ούτε μια δραχμή στην τσέπη. Εκεί διάβασα τις ιστορίες του Παπαδιαμάντη και για πρώτη φορά συνειδητοποίησα το βάρος που έφερε φύλο και η καταγωγή μου.

Ερχόμουν απο το σχολείο και έτρεχα να διαβάσω τα βιβλία μου. Ενας ολόκληρος κόσμος ανοιγε τις πύλες του και με υποδεχόταν. Οι μικροί ήρωες του έγιναν οι φιλοι που με περίμεναν κάθε μέρα, είχαμε το μυστικό μας ραντεβού στη σιδερένια σκάλα της ταράτσας.

Επαιζα μαζί τους παιχνίδια φαντασίας, ζούσα τις περιπέτειες τους, τους μιλούσα και εγω. Τους έλεγα τις μικρές μου στεναχώριες και τα μεγάλα μου μυστικά, τους φόβους και τα όνειρα μου. Τους έλεγα πόσο ήθελα κάποτε να φύγω και εγώ μαζί τους στις μαγικές χώρες που ταξίδευαν, να δω τα θαύματα που έβλεπαν, να ξεφύγω απο τη μιζέρια της φτωχής μου γειτονιάς, τις κοροιδίες και τις ακυρώσεις.

Και ετσι σιγά σιγά ανακάλυψα και άλλα πλάσματα σαν εμένα, λίγο αδέξια, λίγο ντροπαλά, λιγο μοναχικά, λίγο απροσάρμοστα. Ξαφνικά δεν ήμουν μόνη, ήμασταν πολλοί και ήταν εντάξει, ναι ήταν εντάξει. Ο κόσμος είχε χώρο και για εμάς.

Και έτσι σιγα σιγά έμαθα να αγαπάω τους ανθρώπους, να τους εμπιστεύομαι, να συγχωρώ και κυρίως να τους καταλαβαίνω. Πήρε καιρό, χρόνια πολλά να καταλάβω πόσο ευάλωτοι είμαστε όλοι, πόσο φοβισμένοι και πόσο μόνοι. Ερχόμαστε στον κόσμο σαν μικρα γυμνά πλάσματα και παλεύουμε όλοι μας τη ζωη να αντιπαρέρθουμε στη θνητότητα μας και στο αναπόφευκτο τέλος μας. Και σε αυτό τον δανεικό χρόνο που μας δίνεται λοιπόν, και που είναι τόσο λίγος, πρέπει να μάθουμε να αγαπάμε αλλά κυρίως να μάθουμε να αποδεχόμαστε την αγάπη.

Αργησα πολύ και ακόμα μαθαίνω. Οταν όμως καποιες φορές, πολλές φορές, όλα μοιάζουν δύσκολα και νιώθω ότι χάνομαι όπως τότε, ξέρω που θα βρω τους φίλους μου. Και θα είναι εκεί, να μου δείξουν τον δρόμο και να με ταξιδέψουν πάλι όπως τότε…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s